Απόφαση του ΔΕΚ - Τηλεπικοινωνίες
ΔΕΚ: Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005 υποθέσεις C-327/03 και C-328/03. «Τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες – Οδηγία 97/13/ΕΚ – Άρθρο 11, παράγραφος 2 – Τέλος για την παραχώρηση νέων αριθμών τηλεφώνου – Παραχώρηση αποθέματος αριθμών στη δικαιοδόχο της πρώην μονοπωλιακής επιχείρησης χωρίς καταβολή αντιπαροχής»
Η παραπάνω απόφαση του ΔΕΚ ασχολείται με μια σημαντική πτυχή του δικαίου των τηλεπικοινωνιών, η οποία αφορά την επιβολή τελών κατά τη χορήγηση αριθμών τηλεπικοινωνιακών κλήσεων. Γίνεται σαφές και στην περίπτωση αυτή ότι γενικά οι όροι που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις για την είσοδό τους στην αγορά των τηλεπικοινωνιών μπορεί να οδηγήσουν σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και ειδικότερα, να εισάγουν διακρίσεις σε βάρος των νεοεισερχόμενων επιχειρήσεων.
Η συγκεκριμένη περίπτωση, βεβαίως, αφορούσε ειδικά το ζήτημα της επιβολής τελών για τη χορήγηση αριθμών. Και αυτό προέκυψε διότι η γερμανική ρυθμιστική επέβαλε στις δύο (προσφεύγουσες) επιχειρήσεις τέλος, το ποσό του οποίου υπερέβαινε το δεκαπενταπλάσιο των διοικητικών δαπανών που συνεπάγεται η χορήγηση δικαιωμάτων αριθμοδότησης και το τριπλάσιο των δαπανών που συνεπάγεται η απόρριψη της σχετικής αίτησης. Σε αντίθεση δε με τις νεοεισερχόμενες αυτές επιχειρήσεις, η Deutsche Telekom, η οποία διαδέχθηκε τον εθνικό τηλεπικοινωνιακό φορέα έλαβε, χωρίς να καταβάλει κανένα τέλος, ένα απόθεμα 400 εκατομμυρίων αριθμών.
Η δυνατότητα της ρυθμιστικής αρχής να επιβάλλει τέλη για τη χορήγηση δικαιωμάτων αριθμοδότησης βρίσκει έρεισμα στην κοινοτική οδηγία 97/13 και στο άρθρο 11, στην παράγρ. 2 του οποίου προβλέπεται η δυνατότητα τελών για τη χορήγηση αριθμών συνδρομητών τηλεφώνου που είναι πόροι εν ανεπαρκεία, τα οποία δεν αποσκοπούν μόνο στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών για την έκδοση της ειδικής άδειας, αλλά αντανακλούν την ανάγκη βέλτιστης χρήσης των πόρων αυτών, σύμφωνα με τη διατύπωση της οδηγίας. Έτσι, γίνεται σαφές ότι παρέχεται η δυνατότητα οικονομικής εκμετάλλευσης της διάθεσης των σπάνιων αυτών πόρων. Ωστόσο, σύμφωνα με την οδηγία, τα τέλη αυτά δεν πρέπει να εισάγουν διακρίσεις και επιπλέον, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών και του ανταγωνισμού.
Θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η αριθμοδότηση αποτελεί κομβικό σημείο για την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Για αυτό, η διάθεση αριθμών τηλεπικοινωνιακών κλήσεων στις τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις πρέπει να γίνεται χωρίς διακρίσεις, ώστε να διασφαλίζεται η ύπαρξη συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού (βλ. U. Paul/T. Mellenwigt, σε: Beck’scher TKG-Kommentar, München 2000, § 43, αριθ. 1, σελ. 912).
Στο πλαίσιο αυτό, η επιβολή τελών για τη χορήγηση αριθμών είναι σημαντικό ζήτημα, καθώς όταν το επιβαλλόμενο κόστος είναι υπέρογκο καθιστά δυσχερείς τους όρους, με τους οποίους πρόκειται να ανταγωνιστούν στην αγορά των τηλεπικοινωνιών ιδίως οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις. Οι τελευταίες, στην περίπτωση που αντιμετώπισε το ΔΕΚ, είχαν να αντιμετωπίσουν την εταιρία που διαδέχθηκε τον πρώην μονοπωλιακό τηλεπικοινωνιακό φορέα, η οποία είχε τεράστιο απόθεμα, για το οποίο δεν κατέβαλε κανένα τέλος. Η ανισότητα αυτή των όρων που είχαν να αντιμετωπίσουν στην πράξη οι επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών οδήγησε το Δικαστήριο στο (ορθό) συμπέρασμα ότι η Deutsche Telekom και οι ανταγωνιστές της είχαν να αντιμετωπίσουν άνιση μεταχείριση ως προς την πρόσβαση στη σχετική αγορά, με συνέπεια να μην πληρούται η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 11 § 2 της οδηγίας 97/13 σχετικά με τη μη δημιουργία διακρίσεων.
Το αντεπιχείρημα που προέβαλλε η γερμανική κυβέρνηση ότι η παραχώρηση του αποθέματος αριθμών χωρίς καταβολή αντιπαροχής είναι το αντιστάθμισμα για την παροχή καθολικής υπηρεσίας εκ μέρους της Deutsche Telekom είναι ασφαλώς σημαντικό, αλλά δεν λήφθηκε υπόψη, διότι δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η οδηγία 97/13 δεν ισχύει πλέον. Και η νέα οδηγία 2002/20, όμως, η οποία ρυθμίζει στο άρθρο 13 την επιβολή τελών για τη χορήγηση δικαιωμάτων για τη χρήση αριθμών και άλλων σπάνιων πόρων, προβλέπει την απαγόρευση εισαγωγής διακρίσεων, όπως και άλλες αρχές (διαφάνεια, αντικειμενικότητα και αναλογικότητα).
Η παραπάνω απόφαση του ΔΕΚ ασχολείται με μια σημαντική πτυχή του δικαίου των τηλεπικοινωνιών, η οποία αφορά την επιβολή τελών κατά τη χορήγηση αριθμών τηλεπικοινωνιακών κλήσεων. Γίνεται σαφές και στην περίπτωση αυτή ότι γενικά οι όροι που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις για την είσοδό τους στην αγορά των τηλεπικοινωνιών μπορεί να οδηγήσουν σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και ειδικότερα, να εισάγουν διακρίσεις σε βάρος των νεοεισερχόμενων επιχειρήσεων.
Η συγκεκριμένη περίπτωση, βεβαίως, αφορούσε ειδικά το ζήτημα της επιβολής τελών για τη χορήγηση αριθμών. Και αυτό προέκυψε διότι η γερμανική ρυθμιστική επέβαλε στις δύο (προσφεύγουσες) επιχειρήσεις τέλος, το ποσό του οποίου υπερέβαινε το δεκαπενταπλάσιο των διοικητικών δαπανών που συνεπάγεται η χορήγηση δικαιωμάτων αριθμοδότησης και το τριπλάσιο των δαπανών που συνεπάγεται η απόρριψη της σχετικής αίτησης. Σε αντίθεση δε με τις νεοεισερχόμενες αυτές επιχειρήσεις, η Deutsche Telekom, η οποία διαδέχθηκε τον εθνικό τηλεπικοινωνιακό φορέα έλαβε, χωρίς να καταβάλει κανένα τέλος, ένα απόθεμα 400 εκατομμυρίων αριθμών.
Η δυνατότητα της ρυθμιστικής αρχής να επιβάλλει τέλη για τη χορήγηση δικαιωμάτων αριθμοδότησης βρίσκει έρεισμα στην κοινοτική οδηγία 97/13 και στο άρθρο 11, στην παράγρ. 2 του οποίου προβλέπεται η δυνατότητα τελών για τη χορήγηση αριθμών συνδρομητών τηλεφώνου που είναι πόροι εν ανεπαρκεία, τα οποία δεν αποσκοπούν μόνο στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών για την έκδοση της ειδικής άδειας, αλλά αντανακλούν την ανάγκη βέλτιστης χρήσης των πόρων αυτών, σύμφωνα με τη διατύπωση της οδηγίας. Έτσι, γίνεται σαφές ότι παρέχεται η δυνατότητα οικονομικής εκμετάλλευσης της διάθεσης των σπάνιων αυτών πόρων. Ωστόσο, σύμφωνα με την οδηγία, τα τέλη αυτά δεν πρέπει να εισάγουν διακρίσεις και επιπλέον, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών και του ανταγωνισμού.
Θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η αριθμοδότηση αποτελεί κομβικό σημείο για την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Για αυτό, η διάθεση αριθμών τηλεπικοινωνιακών κλήσεων στις τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις πρέπει να γίνεται χωρίς διακρίσεις, ώστε να διασφαλίζεται η ύπαρξη συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού (βλ. U. Paul/T. Mellenwigt, σε: Beck’scher TKG-Kommentar, München 2000, § 43, αριθ. 1, σελ. 912).
Στο πλαίσιο αυτό, η επιβολή τελών για τη χορήγηση αριθμών είναι σημαντικό ζήτημα, καθώς όταν το επιβαλλόμενο κόστος είναι υπέρογκο καθιστά δυσχερείς τους όρους, με τους οποίους πρόκειται να ανταγωνιστούν στην αγορά των τηλεπικοινωνιών ιδίως οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις. Οι τελευταίες, στην περίπτωση που αντιμετώπισε το ΔΕΚ, είχαν να αντιμετωπίσουν την εταιρία που διαδέχθηκε τον πρώην μονοπωλιακό τηλεπικοινωνιακό φορέα, η οποία είχε τεράστιο απόθεμα, για το οποίο δεν κατέβαλε κανένα τέλος. Η ανισότητα αυτή των όρων που είχαν να αντιμετωπίσουν στην πράξη οι επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών οδήγησε το Δικαστήριο στο (ορθό) συμπέρασμα ότι η Deutsche Telekom και οι ανταγωνιστές της είχαν να αντιμετωπίσουν άνιση μεταχείριση ως προς την πρόσβαση στη σχετική αγορά, με συνέπεια να μην πληρούται η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 11 § 2 της οδηγίας 97/13 σχετικά με τη μη δημιουργία διακρίσεων.
Το αντεπιχείρημα που προέβαλλε η γερμανική κυβέρνηση ότι η παραχώρηση του αποθέματος αριθμών χωρίς καταβολή αντιπαροχής είναι το αντιστάθμισμα για την παροχή καθολικής υπηρεσίας εκ μέρους της Deutsche Telekom είναι ασφαλώς σημαντικό, αλλά δεν λήφθηκε υπόψη, διότι δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η οδηγία 97/13 δεν ισχύει πλέον. Και η νέα οδηγία 2002/20, όμως, η οποία ρυθμίζει στο άρθρο 13 την επιβολή τελών για τη χορήγηση δικαιωμάτων για τη χρήση αριθμών και άλλων σπάνιων πόρων, προβλέπει την απαγόρευση εισαγωγής διακρίσεων, όπως και άλλες αρχές (διαφάνεια, αντικειμενικότητα και αναλογικότητα).

0 Comments:
Post a Comment
<< Home